puffed

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpʌft/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: puffed, puff

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
puffed adjinformal (out of breath)λαχανιασμένος μτχ πρκ
 (ανεπίσημο)σκασμένος μτχ πρκ
 Running up the stairs left Casey puffed.
puffed adjfigurative (inflated with vanity; bombastic) (μεταφορικά, ανεπίσημο)παραφουσκωμένος μτχ πρκ
 His puffed ego annoyed his peers.
puffed adj(fabric: gathered for fullness)φουσκωτός επίθ
 The luxury hotel had soft linens and puffed pillows.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
puff n(cloud of smoke)σύννεφο ουσ ουδ
 The puff of smoke floated across the room.
 Ένα σύννεφο καπνού αιωρείτο στο δωμάτιο.
puff n(gust of air)πνοή ουσ θηλ
 (συνήθως ενικός)φύσημα ουσ ουδ
 The puffs of breeze helped to cool Nicola down as she worked in the garden under a blazing sun.
 Το φύσημα του αέρα βοήθησε τη Νίκολα να δροσιστεί καθώς δούλευε στον κήπο κάτω από τον καυτό ήλιο.
puff n(of cigar, cigarette)ρουφηξιά ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)τζούρα ουσ θηλ
 Winston's puffs on his cigar were deep and slow.
 Οι ρουφηξιές που έπαιρνε ο Γουίνστον από το πούρο του ήταν βαθιές και αργές.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
puff n(food)σφολιάτα ουσ θηλ
 Gougères are a kind of savoury puff.
puff n(quick breath)ξεφύσημα ουσ ουδ
  κοφτή εκπνοή επίθ + ουσ θηλ
 Nathan was getting tired now and his breath was coming in short puffs.
puff n(powder puff) (για πούδρα)σφουγγαράκι ουσ ουδ
 Sasha took the puff and applied powder to her face.
puff nUS (puff piece: flattering media item)άρθρο με σκοπό την κολακεία
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 This documentary about the royal family is little more than a puff.
puff vi(gasp, pant)λαχανιάζω ρ αμ
  ξεφυσώ, ασθμαίνω ρ αμ
 (ανεπίσημο, εμφατικό)φυσώ και ξεφυσώ έκφρ
 Michelle was puffing by the time she got to the top of the hill.
puff vi(steam vehicle) (μεταφορικά)ασθμαίνω ρ αμ
 The train puffed up the hill.
puff on [sth] vi + prep(smoke) (ανεπίσημο)ρουφώ ρ μ
  καπνίζω ρ μ
 (αργκό)φουμάρω ρ μ
 The young woman was puffing on a cigarette as she hurried along the road.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
puff away on [sth] vtr phrasal insep(smoke continuously)καπνίζω σαν φουγάρο εκφρ
  καπνίζω ασταμάτητα ρ αμ + επίρ
puff out vi phrasal(swell, inflate with air)φουσκώνω ρ αμ
  πρήζομαι ρ αμ
 (επίσημο)διογκώνομαι ρ αμ
 My cheeks puff out when I try to blow up a balloon.
puff [sb] out vtr phrasal sepinformal (make out of breath)λαχανιάζω ρ μ
 (μεταφορικά)κόβω την αναπνοή έκφρ
 That run has puffed me out.
 Αυτή η κούρσα με λαχάνιασε.
 Αυτή η κούρσα μου έκοψε την αναπνοή.
puff up vi phrasal(inflate, fill with air)φουσκώνω ρ αμ
 Rice puffs up when it is heated by itself.
puff up vi phrasal(swell)πρήζομαι ρ αμ
  φουσκώνω ρ αμ
 His whole leg puffed up after the snake bit him.
puff up vi phrasalfigurative (swell with pride or arrogance) (μεταφορικά, καθομ: περηφάνια)φουσκώνω από κτ ρ αμ + πρόθ
  κορδώνομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 (αποδοκιμασίας)κοκορεύομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 Clive puffed up with pride when his son received the award.
 Ο Κλάιβ φούσκωσε από περηφάνια, όταν ο γιος του έλαβε το βραβείο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
puffed | puff
ΑγγλικάΕλληνικά
puffed rice n(type of grain) (αφράτοι, τραγανοί κόκκοι ρυζιού)puffed rice ουσ ουδ άκλ
puffed up,
puffed-up
adj
informal (swollen)πρησμένος μτχ πρκ
  φουσκωμένος μτχ πρκ
 Her puffed-up face is the result of all the medication she is taking.
puffed up,
puffed-up
adj
figurative, pejorative, informal (self-important) (καθομιλουμένη)ξιπασμένος, ψωνισμένος μτχ πρκ
 (ανεπίσημο, μεταφορικά)που έχουν πάρει τα μυαλά του αέρα έκφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 I really do not need some puffed-up bureaucrat telling me what I can and cannot do.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'puffed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση puffed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «puffed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!