purchaser

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɜːrtʃɪsərr/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
purchaser n(shop, store: buyer)αγοραστής, αγοράστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  πελάτης, πελάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The purchaser has three days to return the product.
 Ο αγοραστής έχει τρεις μέρες για να επιστρέψει το προϊόν.
purchaser n(customer, buyer)αγοραστής, αγοράστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  πελάτης, πελάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The purchaser agreed to the sales terms.
purchaser n(law: buyer of land)αγοραστής, αγοράστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Was the purchaser of your house someone local?
 Ο αγοραστής του σπιτιού σου ήταν ντόπιος;
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'purchaser' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση purchaser στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «purchaser».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!