purview

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɜːvjuː/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈpɝvju/ ,USA pronunciation: respelling(pûrvyo̅o̅)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
purview n(law: scope, limit)πεδίο, πλαίσιο ουσ ουδ
Σχόλιο: Ανάλογα με τα συμφραζόμενα, μπορεί να είναι πεδίο/πλαίσιο εφαρμογής, πεδίο/πλαίσιο ισχύος, πεδίο/πλαίσιο αρμοδιότητας κ.λπ.
 Collecting taxes falls within the purview of the state government.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σε λίστες: P-Q, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση purview στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «purview».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!