puss

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpʊs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/pʊs/ ,USA pronunciation: respelling(pŏŏs)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Ο όρος 'puss' παραπέμπει στον όρο ''puss''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'puss' is cross-referenced with ''puss''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: puss, pussy

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
puss ninformal (cat: affectionate term) (γάτα: τρυφερά, καθομιλουμένη)γατούλα, ψιψίνα ουσ θηλ
  γατί, γατάκι, ψιψίνι ουσ ουδ
 That cute little puss showed up at my doorstep today.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pussy nvulgar, informal (female genitalia) (χυδαίο)μουνί, μουνάκι ουσ ουδ
 (αργκό, μεταφορικά)γατάκι ουσ ουδ
 Julie told her boyfriend she wanted him to touch her pussy.
 Η Τζούλι είπε στο αγόρι της ότι θέλει να της πιάσει το μουνάκι.
pussy nuncountable, vulgar, offensive, informal (sex) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 Did you get any pussy last night?
 Πήδηξες χτες;
pussy npejorative, vulgar, offensive, informal (cowardly man) (καθομ, μεταφορικά)κότα ουσ θηλ
 You pussy! Can't you drink any more tequila?
 Κότα! Δεν μπορείς να πιεις άλλη τεκίλα;
pussy,
puss,
pussycat,
pussy cat
n
informal, UK (cat: affectionate term)ψιψίνα ουσ ουδ
 Our pussycat's quite old now but we still love her.
 Here pussy, pussy, pussy; come here!
 Η ψιψίνα μας είναι αρκετά μεγάλη σε ηλικία τώρα αλλά την αγαπάμε ακόμη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pussy nvulgar, offensive!!, informal (woman) (προσβλητικό)γκόμενα ουσ θηλ
  γκομενάκι ουσ ουδ
 (αργκό, χυδαίο)μουνί ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
pussy | puss
ΑγγλικάΕλληνικά
pussy pad nvulgar, offensive, informal (passenger seat on a motorcycle)θέση συνοδηγού μοτοσυκλέτας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ανάλογος όρος.
pussy willow n(small willow tree variety)είδος ιτιάς
pussycat,
pussy cat
n
informal, figurative (person: not threatening) (μεταφορικά)πρόβατο ουσ ουδ
 He looks threatening but he's a pussycat at heart.
 Φαίνεται απειλητικός, αλλά στην πραγματικότητα είναι πρόβατο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση puss στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «puss».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!