| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| quest n | historical (medieval journey) | περιπέτεια ουσ θηλ |
| | | αναζήτηση, εξερεύνηση ουσ θηλ |
| | | αποστολή ουσ θηλ |
| | (παλαιό, συνήθως πόλεμος) | εκστρατεία ουσ θηλ |
| | The knight set out on his quest with only his faithful steed for company. |
| | Ο ιππότης έφυγε για την εκστρατεία με μοναδική συντροφιά το πιστό του άλογο. |
| quest n | (long search) | αναζήτηση ουσ θηλ |
| | (μεταφορικά) | κυνήγι ουσ ουδ |
| | When he met David, James felt that at last his quest for happiness was at an end. |
| | Όταν ο Τζέιμς γνώρισε τον Ντέιβιντ, ένιωσε ότι το κυνήγι της ευτυχίας είχε φτάσει επιτέλους στο τέλος του. |
| quest⇒ vi | formal (seek, search) | εξερευνώ ρ αμ |
| | | ταξιδεύω ρ αμ |
| | | μπαίνω σε περιπέτειες περίφρ |
| | | συμμετέχω σε εκστρατεία περίφρ |
| | The characters in medieval romances are always questing and fighting. |
| | Οι χαρακτήρες των μεσαιωνικών ρομάντζων πάντοτε ταξιδεύουν και πολεμούν. |
quest after [sth], quest for [sth] vi + prep | formal (seek, search) | αναζητώ, ψάχνω ρ μ |
| | (παλαιό, συνήθως πόλεμος) | κάνω εκστρατεία για κτ περίφρ |
| | The legend tells of how King Arthur's knights quested for the Holy Grail. |
| | Ο μύθος περιγράφει πώς οι ιππότες του βασιλιά Αρθούρου αναζητούσαν (or: έψαχναν) το Άγιο Δισκοπότηρο. |