quest

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkwɛst/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/kwɛst/ ,USA pronunciation: respelling(kwest)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quest nhistorical (medieval journey)περιπέτεια ουσ θηλ
  αναζήτηση, εξερεύνηση ουσ θηλ
  αποστολή ουσ θηλ
 (παλαιό, συνήθως πόλεμος)εκστρατεία ουσ θηλ
 The knight set out on his quest with only his faithful steed for company.
 Ο ιππότης έφυγε για την εκστρατεία με μοναδική συντροφιά το πιστό του άλογο.
quest n(long search)αναζήτηση ουσ θηλ
 (μεταφορικά)κυνήγι ουσ ουδ
 When he met David, James felt that at last his quest for happiness was at an end.
 Όταν ο Τζέιμς γνώρισε τον Ντέιβιντ, ένιωσε ότι το κυνήγι της ευτυχίας είχε φτάσει επιτέλους στο τέλος του.
quest viformal (seek, search)εξερευνώ ρ αμ
  ταξιδεύω ρ αμ
  μπαίνω σε περιπέτειες περίφρ
  συμμετέχω σε εκστρατεία περίφρ
 The characters in medieval romances are always questing and fighting.
 Οι χαρακτήρες των μεσαιωνικών ρομάντζων πάντοτε ταξιδεύουν και πολεμούν.
quest after [sth],
quest for [sth]
vi + prep
formal (seek, search)αναζητώ, ψάχνω ρ μ
 (παλαιό, συνήθως πόλεμος)κάνω εκστρατεία για κτ περίφρ
 The legend tells of how King Arthur's knights quested for the Holy Grail.
 Ο μύθος περιγράφει πώς οι ιππότες του βασιλιά Αρθούρου αναζητούσαν (or: έψαχναν) το Άγιο Δισκοπότηρο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quest n(goal)επιδίωξη ουσ θηλ
  στόχος ουσ αρσ
 Getting rich, that was Zoe's quest.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in quest of [sth] prep(searching for)σε αναζήτηση έκφρ
 The sailors set off in quest of riches.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'quest' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the quest for [truth, happiness, knowledge], a quest to [prove, find, rescue, save], set out on a quest, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση quest στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «quest».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!