refer

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈfɜːr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/rɪˈfɝ/ ,USA pronunciation: respelling(ri fûr)

Inflections of 'refer' (v): (⇒ conjugate)
refers
v 3rd person singular
referring
v pres p
referred
v past
referred
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
refer to [sth/sb] vi + prep(mention, allude to) (σε κάτι/κάποιον)αναφέρομαι ρ μ
 (κάτι/κάποιον)μνημονεύω ρ μ
 (για κάτι/κάποιον)κάνω λόγο περίφρ
 Twain was referring to Shakespeare.
 Ο Τουαίν αναφερόταν στον Σέξπιρ.
refer to [sth/sb] vi + prep(be about, concern)αφορώ ρ μ
  αναφέρομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  έχω σχέση με κτ έκφρ
  σχετίζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 What does this call refer to?
 Τι αφορά αυτό το τηλεφώνημα;
refer to [sth] vi + prep(consult) (κάτι/κάποιον)συμβουλεύομαι ρ μ
 (σε κάτι: σημειώσεις)ανατρέχω ρ μ
 He referred to his notes.
 Συμβουλεύτηκε τις (or: ανέτρεξε στις) σημειώσεις του.
refer to [sb/sth] as [sth] v expr(call [sb/sth] [sth])αποκαλώ ρ μ
 People refer to Emily as "The Queen" because she always gets her way.
 Ο κόσμος αποκαλεί την Έμιλι «Βασίλισσα», επειδή περνάει πάντα το δικό της.
refer [sb] to [sb] vtr(send to an expert) (κάποιον σε κάποιον άλλο)παραπέμπω ρ μ
 Bob referred me to you, saying that you are the best lawyer here.
 Ο Μπομπ με παρέπεμψε σε σένα, λέγοντας ότι είσαι ο καλύτερος δικηγόρος εδώ.
refer [sth] to [sb] vtr([sth]: direct, send on) (κάτι σε κάποιον)παραπέμπω ρ μ
  προωθώ ρ μ
 I'll refer the matter to my lawyer.
 Θα παραπέμψω (or: προωθήσω) το ζήτημα στον δικηγόρο μου.
refer [sb] to [sb] vtr(medical: send to specialist) (κάποιον σε κάποιον)παραπέμπω ρ μ
 The doctor referred me to a specialist.
 Ο γιατρός με παρέπεμψε σε έναν ειδικό.
refer [sb] vtr(suggest as a customer) (κάτι σε κάποιον)συστήνω ρ μ
 Refer a friend and win $20!
 Συστήστε μας σε ένα φίλο και κερδίστε 20 δολάρια!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cross-refer [sth] to [sth] vtr + prep(refer to [sth] by a cross-reference)παραπέμπω σε κτ ρ μ + προθ
  έχω παραπομπή για κτ περίφρ
 In the dictionary, the entry for "went" cross-refers to "go" because the two words are related.
RD exprUK, written, initialism (banking: refer to drawer)απευθυνθείτε στον εκδότη περίφρ
refer to drawer exprUK (banking: consult issuer of cheque)να ερωτηθεί ο εκδότης περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'refer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: refer [a patient, the case] to, refer you to a [doctor, lawyer, specialist], referred from the [doctor], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση refer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «refer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!