restraining



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: restraining, restrain

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
restraining adj(prohibiting, limiting)περιοριστικός επίθ
 Mark stepped forward to confront the man, but his big brother put a restraining hand on his shoulder to hold him back.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
restrain [sb] vtr(physically)ακινητοποιώ ρ μ
  περιορίζω, συγκρατώ ρ μ
 (σπάνιο)δεσμεύω ρ μ
 The police officers restrained the attacker, pinning his arms behind his back.
 Οι αστυνομικοί ακινητοποίησαν τον δράστη δένοντας τα χέρια του πίσω από την πλάτη του.
restrain [sb] vtr(by others)συγκρατώ ρ μ
  περιορίζω ρ μ
 Molly wanted to go to drama school, but felt her parents restrained her, because they expected her to become a doctor.
 Η Μόλι ήθελε να πάει στη δραματική σχολή αλλά ένιωθε ότι οι γονείς της την περιόριζαν γιατί περίμεναν ότι θα γινόταν γιατρός.
restrain yourself vtr + refl(control yourself)συγκρατούμαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)κρατιέμαι ρ αμ
 Helena wanted another doughnut, but restrained herself out of politeness.
 Η Έλενα ήθελε άλλο ένα ντόνατ αλλά συγκρατήθηκε από ευγένεια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
restrain [sth] vtr(emotions)συγκρατώ ρ μ
 Daniel was very upset, but restrained his tears.
restrain nrare (restraint, limit)αυτοσυγκράτηση ουσ θηλ
 The judge showed restrain in sentencing the young offender.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
restraining | restrain
ΑγγλικάΕλληνικά
restraining order n(law: injunction)περιοριστικά μέτρα επίθ + ουσ ουδ πλ
 She got a restraining order against her ex-boyfriend.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'restraining' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση restraining στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «restraining».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!