• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
revitalization,
also UK: revitalisation
n
(refreshment)αναζωογόνηση ουσ θηλ
 (επανάκτηση δυνάμεων)ξανάνιωμα, ξαναζωντάνεμα ουσ θηλ
 Paul appreciated the revitalization he felt after his shower.
revitalization,
also UK: revitalisation
n
(renewal) (μτφ: αλλαγή και βελτίωση)αναγέννηση ουσ θηλ
  ανανέωση ουσ θηλ
  αναμόρφωση ουσ θηλ
 The company's attempted revitalisation of their image wasn't a huge success.
revitalization,
also UK: revitalisation
n
(modernization)εκσυγχρονισμός ουσ αρσ
 (μεταφορικά)ξαναζωντάνεμα ουσ ουδ
 The revitalization of the town centre, thanks to the new shopping centre and sporting complex, is amazing.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'revitalization' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση revitalization στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «revitalization».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!