rioting

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈraɪətɪŋ/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: rioting, riot

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rioting n(violent disorder)αναταραχή, ταραχή ουσ θηλ
  έκτροπα ουσ ουδ πλ
 The rioting caused severe damage to the neighborhood.
rioting adj(taking part in a riot)ταραχώδης επίθ
 The rioting group was angry and shouting.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
riot n(violent public disorder)εξέγερση ουσ θηλ
 (συχνά πληθυντικός)ταραχή ουσ θηλ
 (μόνο πληθυντικός)επεισόδια ουσ ουδ πλ
 Tensions built up and, finally, the unrest erupted into a riot.
 Η ένταση μεγάλωνε και τελικά η αναταραχή οδήγησε σε εξέγερση.
riot n as adj(relating to riots)της εξέγερσης περίφρ
  των ταραχών περίφρ
  των επεισοδίων περίφρ
 Tear gas is sometimes used for riot control.
 Μερικές φορές χρησιμοποιούνται δακρυγόνα για τον έλεγχο των ταραχών.
riot vi(violently act as group)εξεγείρομαι ρ αμ
  ξεσηκώνομαι ρ αμ
 The anger of the people on the estate finally reached crisis point and they rioted.
 Ο θυμός όσων εργάζονταν στο κτήμα έφτασε σε τέτοιο σημείο που τελικά ξεσηκώθηκαν.
riot over [sth] vi + prep(protest violently against) (με αφορμή κάτι)προκαλώ ταραχές περίφρ
  εξεγείρομαι ρ αμ
  στασιάζω ρ αμ
 The population was rioting over rapidly increasing prices for staples.
 Ο πληθυσμός εξεγέρθηκε λόγω των γοργά αυξανόμενων τιμών των βασικών τροφίμων.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a riot nfigurative, slang ([sth] very funny)ξεκαρδιστικός επίθ
 (καθομιλουμένη)που έχει τρελό γέλιο, που βγάζει τρελό γέλιο περίφρ
 That new comedy show is a riot!
riot of [sth] n(showy display) (μεταφορικά)έκρηξη ουσ θηλ
 The flowerbeds were a riot of colour.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
rioting | riot
ΑγγλικάΕλληνικά
rioting demonstrator n(violent or destructive protestor)διαδηλωτής ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rioting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rioting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «rioting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!