• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: robed, robe

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
robed adjformal (wearing a robe)που φορά τήβεννο περίφρ
  που φορά ρόμπα περίφρ
  που φορά ράσο περίφρ
  ρασοφορεμένος μτχ πρκ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Επιλέγεται η κατάλληλη απόδοση κατά περίπτωση.
 The robed monks bowed their heads in prayer.
 Οι ρασοφορεμένοι μοναχοί έσκυψαν τα κεφάλια τους καθώς προσεύχονταν.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
robe n(dressing gown, housecoat)ρόμπα ουσ θηλ
 Oliver threw on a robe over his pyjamas, before going to answer the door.
 Ο Όλιβερ φόρεσε μια ρόμπα πάνω από τις πιτζάμες του προτού ανοίξει την πόρτα.
bathrobe n(towelling gown)μπουρνούζι ουσ ουδ
 Ann got out of the shower, dried off, and put on a bathrobe.
 Η Ανν βγήκε από το ντους, σκουπίστηκε και φόρεσε ένα μπουρνούζι.
robe n(judge's garment)τήβεννος ουσ θηλ
 The judge entered the court room wearing her robe.
 Η δικαστής μπήκε στην αίθουσα του δικαστηρίου φορώντας την τήβεννό της.
robe n(priest's garment)ράσο ουσ ουδ
 Our local vicar rides a motorbike, wearing his robe.
 Ο εφημέριος της ενορίας μας οδηγεί μηχανή φορώντας το ράσο του.
robe n(academic garment)τήβεννος ουσ θηλ
 In some Oxford colleges, you have to wear a robe to dinner.
 Σε μερικά κολέγια της Οξφόρδης πρέπει κανείς να φορά τήβεννο κατά τη διάρκεια του δείπνου.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
robe [sb] vtrformal (dress)ντύνω ρ μ
 (επίσημο)ενδύω ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση robed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «robed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!