|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | roommate n | US (person who shares a home) | συγκάτοικος ουσ αρσ/θηλ | | | Martin moved into an apartment with three roommates. | | | Ο Μάρτιν μετακόμισε σε ένα διαμέρισμα με τρεις συγκάτοικους. | | roommate n | UK (person who shares a bedroom) (κοινό δωμάτιο) | συγκάτοικος ουσ αρσ/θηλ | | | Susan can't afford a single room in her university accommodation, but she gets on well with her roommate, so she doesn't mind sharing. | | | Η Σούζαν δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να νοικιάσει δικό της δωμάτιο στην εστία του πανεπιστημίου, αλλά τα πηγαίνει καλά με τη συγκάτοικό της και γι' αυτό δεν την πειράζει να μοιράζεται μαζί της το δωμάτιο. |
Ο όρος 'roommate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|