roommate

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈruːmmeɪt/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈrumˌmeɪt, ˈrʊm-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ro̅o̅mmāt′, rŏŏm-)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
roommate nUS (person who shares a home)συγκάτοικος ουσ αρσ/θηλ
 Martin moved into an apartment with three roommates.
 Ο Μάρτιν μετακόμισε σε ένα διαμέρισμα με τρεις συγκάτοικους.
roommate nUK (person who shares a bedroom) (κοινό δωμάτιο)συγκάτοικος ουσ αρσ/θηλ
 Susan can't afford a single room in her university accommodation, but she gets on well with her roommate, so she doesn't mind sharing.
 Η Σούζαν δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να νοικιάσει δικό της δωμάτιο στην εστία του πανεπιστημίου, αλλά τα πηγαίνει καλά με τη συγκάτοικό της και γι' αυτό δεν την πειράζει να μοιράζεται μαζί της το δωμάτιο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'roommate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [tidy, nice, messy, kind, selfish, generous] roommate, my roommate [in, from] college, one of my ex-roommates, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση roommate στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «roommate».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!