row

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrəʊ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/roʊ/ ,USA pronunciation: respelling(rō for 1,2; rou for 3)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
row,
row of [sth]
n
(things in a line)σειρά ουσ θηλ
 (παλαιό)αράδα ουσ θηλ
 I like to plant straight rows of daffodils.
 Μ' αρέσει να φυτεύω ολόισιες σειρές από νάρκισσους.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έβαλε τα μπουκάλια σε αράδα καθ' ύψος.
row n(line of seats)σειρά ουσ θηλ
 We got tickets in the fifth row.
 Βρήκαμε εισιτήρια στην πέμπτη σειρά.
row n(line of persons)σειρά ουσ θηλ
 (επίσημο)στοίχος ουσ αρσ
 The children were sitting in rows at the front of the room.
 Τα παιδιά καθόντουσαν σε σειρές στο μπροστινό τμήμα του δωματίου.
row ninformal, UK (argument)καβγάς, τσακωμός ουσ αρσ
 (επίσημο)φιλονικία, διένεξη ουσ θηλ
 They stopped being friends after their row over money.
 Σταμάτησαν να είναι φίλοι μετά τον καβγά (or: τσακωμό) τους για τα λεφτά.
row [sth] vtr(boat: propel using oars)κωπηλατώ ρ αμ
 (καθομιλουμένη)τραβώ κουπί περίφρ
 (σπάνιο)λάμνω, λαμνοκοπώ ρ αμ
 The cox does not row the boat, but commands the crew.
 Ο λέμβαρχος δεν κωπηλατεί, αλλά δίνει εντολές στο πλήρωμα.
row vi(boat: use oars)κωπηλατώ ρ αμ
 (καθομιλουμένη)τραβώ κουπί περίφρ
 (σπάνιο)λάμνω, λαμνοκοπώ ρ αμ
 You can sit at the bow while I row.
 Κάτσε στην πλώρη κι εγώ θα κωπηλατώ.
 Κάτσε στην πλώρη κι εγώ θα τραβάω κουπί.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
row n(street lined by houses)δρόμος ουσ αρσ
 (κατά λέξη)δρόμος με σπίτια κατά μήκος του περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 We live in a nice row, with a little garden.
row n(checkers: rank) (ντάμα, παιχνίδι)γραμμή ουσ θηλ
 The objective is to get to your opponent's back row.
row n(in table, with columns)σειρά ουσ θηλ
 The table has five rows of data.
row n(Commotion or noise)φασαρία ουσ θηλ
  θόρυβος ουσ αρσ
 (καθομ: δυνατή μουσική)ντάπα ντούπα ουσ ουδ άκλ
 We could hardly hear ourselves think for the frightful row blaring out of the neighbouring nightclub.
row n(knitting, crochet: line of stitches)σειρά ουσ θηλ
 This pattern alternates a row of knit stitches with a row of purl.
row vi(row a race)κωπηλατώ ρ αμ
 (γενικά, συνηθέστερο)συμμετέχω ρ αμ
 He rowed in the notable London Boat Race.
row viUK (have an argument)τσακώνομαι, μαλώνω ρ αμ
 (επίσημο)διαπληκτίζομαι, φιλονικώ ρ αμ
 (καθομιλουμένη, μτφ)πλακώνομαι, τρώγομαι ρ αμ
 They rowed about who would go first.
row [sb] vtr(convey in a rowed boat)μεταφέρω, πηγαίνω ρ μ
 (κατά λέξη)μεταφέρω με σκάφος στο οποίο κωπηλατώ ο ίδιος περίφρ
 The sailor rowed the prisoner to shore.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bitter row nUK (quarrel)διαμάχη ουσ θηλ
 There was a bitter row between North Korea and South Korea.
blazing row nUK, informal (fierce quarrel)άγριος τσακωμός, άγριος καβγάς, άγριος καυγάς επίθ + ουσ αρσ
death row n(prison cell block)πτέρυγα μελλοθανάτων ουσ θηλ
 Some of the most violent criminals of our time are sitting on death row.
have a row v exprUK, informal (quarrel)τσακώνομαι ρ αμ
  καβγαδίζω ρ αμ
 (μεταφ, καθομιλουμένη)πλακώνομαι, σφάζομαι ρ αμ
 They had a row about his staying out all night.
in a row adv(lined up)στη σειρά φρ ως επίρ
 She arranged the toy soldiers all in a row.
 Τακτοποίησε όλα τα στρατιωτάκια στη σειρά.
in a row advfigurative (consecutively) (μεταφορικά)στη σειρά φρ ως επίρ
  συνεχόμενα επίρ
 (καθομιλουμένη)σερί επίρ
 We have had temperatures of 34 degrees and above for five days in a row.
 Για πέντε ημέρες στη σειρά, είχαμε θερμοκρασίες από 34 βαθμούς και πάνω.
row height n(spreadsheet: how tall cells are)ύψος γραμμής περίφρ
row house (US),
terraced house (UK),
terrace house
n
(type of dwelling)κατοικία που συνδέεται με άλλα σπίτια χτισμένα σε σειρά
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Large numbers of terraced houses are now standing empty.
skid row nUS, slang, often capitalized (poor urban area)φτωχογειτονιά ουσ θηλ
 If you carry on like that you'll end up on Skid Row in no time!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'row' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [front] row of the [cinema, hall, auditorium], row [down, up] the [river, stream], [booked, got, reserved, bought] front row seats, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση row στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «row».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!