ruffled

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(rufəld)

From the verb ruffle: (⇒ conjugate)
ruffled is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: ruffled, ruffle

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ruffled adj(rippled by wind)ανακατεμένος μτχ πρκ
 The houses were reflected in the ruffled surface of the lake.
ruffled adj(clothing: with ruffles)με φρου φρου περίφρ
  με βολάν, με πτυχώσεις περίφρ
 There was a trend in the early 1980s for ruffled shirts.
ruffled adjfigurative (person: flustered)ταραγμένος, αναστατωμένος μτχ πρκ
 Joan's son had never seen his mother so ruffled before.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ruffle n(clothing: frill) (καθομιλουμένη)φρου φρου φρ ως ουσ ουδ
  βολάν ουσ ουδ άκλ
 (συνήθως πληθυντικός)πτύχωση ουσ θηλ
 Her blouse was all bows and ruffles.
 Η μπλούζα της ήταν γεμάτη φιόγκους και φρου φρου.
ruffle [sth] vtr(rumple)ανακατώνω ρ μ
 I hate it when you ruffle my hair.
ruffle [sb] vtrfigurative (fluster)ταράζω, αναστατώνω ρ μ
 Our questions about the divorce seem to have ruffled him.
 Οι ερωτήσεις μας για το διαζύγιο φαίνεται ότι τον αναστάτωσαν.
ruffle,
ruffle its feathers
vtr
(bird: erect feathers) (τα φτερά)σηκώνω ρ μ
 The frightened bird ruffled its feathers.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ruffle | ruffled
ΑγγλικάΕλληνικά
dust ruffle n(valance)φούστα κρεβατιού φρ ως ουσ θηλ
  ποδιά κρεβατιού φρ ως ουσ θηλ
ruffle feathers v exprfigurative (cause controversy or offence)προκαλώ διένεξη, προκαλώ αντιπαράθεση ρ μ + ουσ θηλ
 (μεταφορικά)ταράζω τα νερά έκφρ
 She has ruffled feathers by suggesting that the Royal Family should receive less money.
ruffle [sb]'s feathers v exprfigurative (offend, upset)προσβάλλω ρ μ
  αναστατώνω, συγχύζω, ταράζω ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ruffled' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ruffled στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ruffled».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!