sacking

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsækɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈsækɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(saking)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: sacking, sack

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sacking nUK, informal (redundancy, firing)απόλυση ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)το ότι κπ παίρνει πόδι έκφρ
 Did you hear about Rodney's sacking? Apparently, he was fired for embezzlement!
sacking nuncountable (coarse fabric)λινάτσα ουσ θηλ
 The bag was crudely made from sacking.
sacking nuncountable (attacking, robbing a city)λεηλασία ουσ θηλ
 The sacking of Rome happened in the year 410.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sack n(large bag)σάκος ουσ αρσ
 (συνήθως για τρόφιμα)σακί ουσ ουδ
 (μεγάλη)τσάντα ουσ θηλ
 Santa carries a sack full of presents on his sleigh.
 Ο Άγιος Βασίλης κουβαλάει έναν σάκο γεμάτο δώρα στο έλκηθρό του.
sack [sb] vtrUK, informal (dismiss from job) (καθομιλουμένη)διώχνω, στέλνω ρ μ
 (μεταφορικά, καθομιλουμένη)δίνω σε κπ τα παπούτσια στο χέρι έκφρ
  απολύω ρ μ
 The boss sacked Edward because he was late all the time.
 Το αφεντικό απέλυσε τον Έντουαρντ επειδή αργούσε συνεχώς.
sack [sth] vtr(plunder)λεηλατώ ρ μ
 The invading army sacked the town.
 Ο στρατός που εισέβαλε λεηλάτησε την πόλη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sack of [sth],
sackful
n
(amount contained in a sack)σάκος ουσ αρσ
 (συνήθως για τρόφιμα)σακί ουσ ουδ
 This recipe calls for a whole sack of potatoes.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
sack [sth] off vtr phrasal sepslang (avoid doing) (κάτι)παρατάω ρ μ
  ακυρώνω ρ μ
  δεν κάνω έκφρ
sack [sb] off vtr phrasal sepslang (get rid of) (κάποιον)παρατάω, ξεφορτώνομαι ρ μ
 (καθομιλουμένη)αδειάζω ρ μ
sack out vi phrasalUS, informal (fall asleep, go to bed) (εκεί που είμαι)αποκοιμιέμαι ρ αμ
  με παίρνει ο ύπνος έκφρ
 (αλλάζω χώρο)πάω για ύπνο έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
sack | sacking
ΑγγλικάΕλληνικά
get the sack v exprUK, informal (be dismissed from job) (μτφ, καθομ: απολύομαι)παίρνω πόδι έκφρ
 Harry got the sack after he was found guilty of theft.
gunnysack,
gunny sack
n
(rough cloth bag)τσουβάλι ουσ ουδ
  σακί ουσ ουδ
Hacky Sack nUS ® (toy)είδος μπάλας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
Hacky Sack nUS ® (game)είδος παιχνιδιού με μπάλα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
hand truck (US),
sack truck (UK)
n
(2-wheeled trolley)δίτροχο καροτσάκι έκφρ
 Sally used a hand truck to move the heavy boxes.
hit the sack,
hit the hay
v expr
figurative, informal (go to bed)πάω για ύπνο έκφρ
 (καθομιλουμένη)την πέφτω έκφρ
 I'm exhausted! I'm going to hit the sack.
in the sack exprfigurative, slang (having sex) (καθομιλουμένη, μτφ)στο κρεβάτι έκφρ
 Dan is great in the sack, but he has a bad personality.
sack race n(contest run with legs in cloth bag)αγώνας τρεξίματος, στον οποίο και τα δύο πόδια είναι μέσα σε σάκο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
sad sack (pathetically inept person) (αποδοκιμασίας)άχρηστος, άχρηστη επίθ ως ουσ
tote sack n(bag: carryall)τσάντα ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sacking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sacking στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sacking».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!