safeguard

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈseɪfgɑːrd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈseɪfˌgɑrd/ ,USA pronunciation: respelling(sāfgärd′)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
safeguard [sth] vtr(protect) (αφηρημένη έννοια)περιφρουρώ, διαφυλάσσω, διασφαλίζω ρ μ
 (γενικά)προστατεύω ρ μ
 The constitution safeguards our rights.
 Το σύνταγμα περιφρουρεί τα δικαιώματά μας.
safeguard n(protective measure)προστασία ουσ θηλ
  μέτρο προστασίας φρ ως ουσ ουδ
  προστατευτικό μέτρο επίθ + ουσ ουδ
 What safeguards protect my account from hackers?
 Τι προστασία από χάκερ έχει ο λογαριασμός μου;
safeguard n(safety device)μέτρο προστασίας φρ ως ουσ ουδ
  προστατευτικό μέτρο επίθ + ουσ ουδ
  ασφαλιστικός μηχανισμός φρ ως ουσ αρσ
  προστασία ουσ θηλ
 Jim placed a rock in front of the tire as a safeguard to prevent the car from rolling down the hill.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
safeguard n(law: safe-conduct document)εγγύηση ουσ θηλ
  μέτρα διασφάλισης φρ ως ουσ ουδ πλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'safeguard' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση safeguard στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «safeguard».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!