| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| sapper n | (soldier: digs beneath fortifications) | σκαπανέας ουσ αρσ |
| | | στρατιώτης με ειδικότητα στις σκαπτικές εργασίες περίφρ |
| sapper n | (military: mine specialist) | ναρκαλιευτής ουσ αρσ |
| | (που αφοπλίζει νάρκες) | ναρκοσυλλέκτης ουσ αρσ |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "sapper" στο Greek φόρουμ.purse-sapper - English Only forum
Sapper - English Only forum
Sapper - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sapper».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά