sarcastic

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/sɑːrˈkæstɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/sɑrˈkæstɪk/ ,USA pronunciation: respelling(sär kastik)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sarcastic adj(statement: ironic, mocking)σαρκαστικός, ειρωνικός, δηκτικός επίθ
 Sarcastic remarks won't make the situation any easier.
 Τα σαρκαστικά (or: ειρωνικά) σχόλια δε θα κάνουν την καστάσταση ευκολότερη.
sarcastic adj(person: using sarcasm)σαρκαστικός, ειρωνικός, δηκτικός επίθ
 He often gets sarcastic when his feelings are hurt.
 Συχνά γίνεται σαρκαστικός (or: ειρωνικός) όταν αισθάνεται πληγωμένος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sarcastic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sarcastic στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sarcastic».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!