Listen:
From the verb satisfy : (⇒ conjugate ) satisfying is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections v pres p
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
satisfying adj (pleasing) ευχάριστος επίθ ικανοποιητικός επίθ The new colour scheme in the office is very satisfying. satisfying adj (food: filling) αρκετός επίθ (ποσότητα ) ικανοποιητικός επίθ Will pasta and sauce be satisfying enough for dinner? Τα μακαρόνια με σάλτσα θα είναι αρκετά για βραδινό γεύμα; satisfying adj (fulfilling, rewarding) ικανοποιητικός επίθ που με ικανοποιεί περίφρ I don't find my career satisfying any more. Δε βρίσκω την καριέρα μου ικανοποιητική πλέον.
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
satisfy [sb] ⇒ vtr (person) ικανοποιώ ρ μ ευχαριστώ ρ μ Harry's boss is very demanding; it's difficult to satisfy her. Το αφεντικό του Χάρι είναι πολύ απαιτητικό. Είναι δύσκολο να την ικανοποιήσει κανείς. satisfy [sth] ⇒ vtr (desire) ικανοποιώ ρ μ Nancy drank the water until she had satisfied her thirst. Η Νάνσι ήπιε νερό μέχρι να ικανοποιήσει τη δίψα της. satisfy [sth] vtr (requirement) ικανοποιώ ρ μ (επίσημο ) πληρώ ρ μ Σχόλιο : πληρώ, πληροίς, πληροί, πληρούμε, πληροίτε, πληρούν The panel checked that the candidate satisfied the conditions for applying for the job. Η επιτροπή έλεγξε εάν ο υποψήφιος πληρούσε τις προϋποθέσεις για να κάνει αίτηση για τη θέση εργασίας. satisfy [sb] of [sth] vtr + prep (relieve [sb] of doubt) (κάποιον για κάτι ) πείθω περίφρ The defendant satisfied the jury of his innocence. Ο κατηγορούμενος έπεισε τους ενόρκους για την αθωότητά του.
Ο όρος 'satisfying ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: