scented

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɛntɪd/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: scented, scent

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scented adj(perfumed)αρωματικός επίθ
  με άρωμα περίφρ
  αρωματισμένος μτχ πρκ
 The shop reeked of scented candles.
-scented adjsuffix (smelling of [sth])με άρωμα περίφρ
  αρωματισμένος με περίφρ
 She uses rose-scented notepaper.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scent n(pleasant smell)άρωμα ουσ ουδ
 (λόγιος)ευωδιά, ευωδία ουσ θηλ
 (ανεπίσημο)μοσχοβολιά ουσ θηλ
  ευχάριστη μυρωδιά, ευχάριστη οσμή επίθ + ουσ θηλ
 Wendy loves the scent of freshly baked bread.
 Η Γουέντι λατρεύει τη μοσχοβολιά του φρεσκοψημένου ψωμιού.
scent n(animal's smell)μυρωδιά ουσ θηλ
  οσμή ουσ θηλ
 The hounds picked up the fox's scent.
 Τα κυνηγόσκυλα εντόπισαν τη μυρωδιά της αλεπούς.
scent nfigurative (trail)ίχνη ουσ ουδ πλ
 The police are now on the scent of the escaped prisoner.
 Η αστυνομία βρίσκεται τώρα στα ίχνη του δραπέτη.
scent n(perfume)άρωμα ουσ ουδ
 (λιγότερο έντονη μυρωδιά)κολόνια ουσ θηλ
 Petra applied scent to her wrists and neck before going out.
 Πριν βγει, η Πέτρα έβαλε άρωμα στους καρπούς και στο λαιμό της.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scent [sth] vtr(track [sth] by smell)ακολουθώ τη μυρωδιά του κτ έκφρ
  μυρίζω τα ίχνη του κτ έκφρ
 The lioness scented her prey.
scent [sth] vtrfigurative (sense, detect [sth](ανεπίσημο: κτ ή ότι/πως)μυρίζομαι, ψυλλιάζομαι ρ μ
 Mark saw one of the two men secretly give money to the other, and scented something shady going on.
scent [sth] vtr(make [sth] fragrant)αρωματίζω ρ μ
 (κάτι από ένα άρωμα)ευωδιάζω, μοσχοβολάω, μοσχοβολώ ρ αμ
 The smell of freshly baked bread scented the room.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
scented | scent
ΑγγλικάΕλληνικά
scented candle n(wax candle that is perfumed)αρωματικό κερί επίθ + ουσ ουδ
sweet-scented adj(having a pleasant smell)με ευχάριστο άρωμα περίφρ
  με γλυκιά μυρωδιά περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'scented' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Σε λίστες: Soap, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scented στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «scented».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!