• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
schlep,
shlep
vi
Yiddish, informal (traipse) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)τραβιέμαι, σέρνομαι ρ αμ
 (μεταφορικά, καθομιλουμένη: πάω κάπου)κουβαλιέμαι ρ αμ
 I schlepped across town all afternoon trying to find a hardware store.
schlep [sth],
shlep [sth]
vtr
Yiddish, informal (carry, lug)κουβαλάω, κουβαλώ ρ μ
 We had to schlep our heavy suitcases from the airport to our hotel.
schlep,
shlep
n
Yiddish, informal (journey: long, slow) (μεταφορικά)ολόκληρο ταξίδι επίθ + ουσ ουδ
 It's a real schlep from my office to the railway station.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση schlep στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «schlep».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!