• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
screed n(long document) (εκτενές γραπτό)κατεβατό ουσ ουδ
 (μακρύ και βαρετό αφήγημα)συναξάρι ουσ ουδ
 The judge took his time reading the screed.
screed n(long tirade) (εκτεταμένο κατηγορητήριο)φιλιππικός ουσ αρσ
 The pastor's screed bored the congregation.
screed n(construction: leveling device)διαμορφωτής ουσ αρσ
 The construction worker used a screed to level the floor.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση screed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «screed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!