scrubber

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈskrʌbə/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(skrubər)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scrubber n(abrasive sponge for washing dishes)σφουγγάρι με τραχιά επιφάνεια περίφρ
 (συρμάτινο)συρματάκι ουσ ουδ
 The lasagne should come off with a scrubber.
 Τα λαζάνια θα έπρεπε να βγαίνουν με σφουγγάρι με τραχιά επιφάνεια.
scrubber ndated, pejorative, informal, UK (promiscuous woman) (αργκό, χυδαίο)κουφάλα, σκρόφα ουσ θηλ
 (αργκό, χυδαίο)πουτάνα ουσ θηλ
scrubber n(person who cleans)καθαριστής, καθαρίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  αυτός που πλένει, αυτός που καθαρίζει περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Maria works as a scrubber at the mansion.
scrubber n(gas, air: purifier)απολυμαντής αέρα φρ ως ουσ αρσ
 The scientist used a scrubber to purify the gas.
scrubber nAU (animal: run wild) (ζαργκόν)σκράμπερ, scrubber ουσ ουδ άκλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
floor scrubber n(machine for cleaning floors) (μηχάνημα)δαπεδοκαθαριστής, δαπεδοκαθαριστήρας ουσ αρσ
  πλυστικό επίθ ως ουσ ουδ
  μηχανή καθαρισμού δαπέδου περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scrubber στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «scrubber».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!