• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scunner n(aversion, dislike)αποστροφή, απέχθεια ουσ θηλ
scunner at [sth] vi + prepScot (feel aversion for)αποστρέφομαι, απεχθάνομαι ρ μ
 Everyone scunnered at the idea.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scunner n(object of dislike)απεχθές ζήτημα, απεχθές αντικείμενο περίφρ
  αντικείμενο αποστροφής περίφρ
scunner viScot (annoy, produce dislike)ενοχλώ ρ μ
  προκαλώ αισθήματα απέχθειας, προκαλώ αισθήματα αποστροφής περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scunner στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «scunner».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!