| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| sea level n | (sea's surface height) | στάθμη της θάλασσας φρ ως ουσ θηλ |
| | One third of the Netherlands is at or below sea level. |
| | Global warming is causing sea levels to rise worldwide. |
| | Το ένα τρίτο της Ολλανδίας είναι στη στάθμη της θάλασσας ή κάτω από αυτή. // Η υπερθέρμανση του πλανήτη προκαλεί την αύξηση της στάθμης της θάλασσας σε όλο τον κόσμο. |
| sea-level n as adj | (at sea's surface height) | στη στάθμη της θάλασσας περίφρ |
| | | της στάθμης της θάλασσας περίφρ |
Ο όρος 'sea-level' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: