|
|
- From the verb sentence: (⇒ conjugate)
- sentencing is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
- v pres p
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | sentencing n | (law: legal punishment) | καταδίκη ουσ θηλ |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | sentence n | (grammatical unit) (γραμματική) | πρόταση ουσ θηλ | | | (συντακτικό) | περίοδος ουσ θηλ | | | (ανεπίσημο, καθομιλουμένη) | φράση ουσ θηλ | | | The second sentence has a spelling error that needs correction. | | | Η δεύτερη πρόταση έχει ένα ορθογραφικό λάθος που χρειάζεται διόρθωση. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η εξαρτημένη περίοδος χωρίζεται από την κύρια με κόμμα. | | sentence n | (law: judgment) | απόφαση ουσ θηλ | | | The judge will decide on the sentence after reading the medical reports. | | sentence n | (law: punishment) | ποινή ουσ θηλ | | | The prisoner faced a longer sentence if he did not confess. | | sentence [sb]⇒ vtr | (pronounce sentence) | καταδικάζω ρ μ | | | | επιβάλλω ποινή σε κπ ρ μ + ουσ θηλ | | | The judge sentenced the convicted to thirty years in prison. | | | Ο δικαστής τον καταδίκασε σε 30 χρόνια φυλάκισης. | | | Ο δικαστής επέβαλε στον κατάδικο ποινή τριακονταετούς φυλάκισης. |
|
|