septuagenarian

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌsɛptʃuədʒɪˈnɛəriən/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˌsɛptʃuədʒəˈnɛriən, -tu-, -tju-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(sep′cho̅o̅ ə jə nârē ən, -to̅o̅-, -tyo̅o̅-)


  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
septuagenarian n(person aged between 70 and 79)εβδομηντάρης, εβδομηντάρα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  εβδομηντάχρονος, εβδομηντάχρονη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (καθόμ: πάνω από εβδομήντα)εβδομήντα χρονών και βάλε περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
septuagenarian adj(aged between 70 and 79)εβδομηντάρης επίθ
  εβδομηντάχρονος επίθ
  που διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση septuagenarian στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «septuagenarian».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!