|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | shack n | (crude building) | παράγκα ουσ θηλ | | | (επίσημο) | παράπηγμα ουσ ουδ | | | There are a few shacks behind the main building. | | | Υπάρχουν μερικές παράγκες πίσω από το κεντρικό κτίριο. | | shack n | (crude home) | παράγκα, καλύβα ουσ θηλ | | | | καλύβι ουσ ουδ | | | | χαμόσπιτο ουσ ουδ | | | That family are so poor they live in nothing but a shack. | | | Εκείνη η οικογένεια είναι τόσο φτωχή που το σπίτι τους δεν είναι παρά μια παράγκα. |
| Phrasal verbs | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | shack up vi phrasal | slang (start cohabiting) (καθομιλουμένη) | μένω μαζί ρ αμ + επίρ | | | (αργκό) | σπιτώνομαι ρ αμ | | | (πιο επίσημο) | συγκατοικώ ρ αμ | | | Edward and Daisy shacked up as soon as they could afford an apartment. | | shack up with [sb] vi phrasal + prep | slang (start cohabiting with) (αργκό) | σπιτώνομαι με κπ ρ αμ + πρόθ | | | (καθομιλουμένη) | μένω με κπ, μένω μαζί με κπ περίφρ | | | (πιο επίσημο) | συγκατοικώ με κπ ρ αμ + πρόθ | | | Nina shacked up with Henry twenty years ago and, although they've never married, they're still together. |
Ο όρος 'shack' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|