• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shipwreck n(sinking of a ship)ναυάγιο ουσ ουδ
 More than 1,000 people died in the shipwreck of the Titanic.
 Πάνω από 1000 άνθρωποι πέθαναν στο ναυάγιο του Τιτανικού.
shipwreck n(wrecked ship's remains)ναυάγιο ουσ ουδ
 A rescue team will try to raise the shipwreck this weekend.
shipwreck [sth] vtroften passive (vessel: cause to sink)βυθίζω ρ μ
  βουλιάζω ρ μ
 (συνήθως μεγάλο σκάφος)κάνω κτ να ναυαγήσει περίφρ
 A violent storm shipwrecked the boat.
shipwreck [sb/sth] vtrfigurative, often passive (ruin, destroy) (μεταφορικά)βουλιάζω, ναυαγώ ρ αμ
 The company was shipwrecked by its directors' careless spending.
 Η εταιρεία βούλιαξε (or: ναυάγησε) εξαιτίας της απερίσκεπτης σπατάλης του διευθυντή της.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'shipwrecked' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shipwrecked στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «shipwrecked».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!