• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shorthanded,
short-handed
adj
(lacking staff)που έχει έλλειψη προσωπικού, που έχει έλλειψη εργατικών χεριών περίφρ
  που δεν έχει αρκετούς εργαζόμενους περίφρ
shorthanded,
short-handed
adj
US, Can (sports team: lacking players) (π.χ. λόγω τραυματισμών)που έχει πολλές απουσίες περίφρ
 (χρειάζεται μεταγραφές)που δεν έχει αρκετούς παίκτες περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shorthanded στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «shorthanded».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!