• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skinner n(person who skins animals)εκδορέας ουσ αρσ
skinner n(device that removes animal skins) (εργαλείο)εκδορέας ουσ αρσ
skinner n(person who prepares hides)βυρσοδέψης ουσ αρσ
skinner n(operator of tractor, bulldozer)οδηγός τρακτέρ φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  οδηγός μπουλντόζας φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 (καθομιλουμένη)μπουλντοζιέρης ουσ αρσ
Σχόλιο: Η απόδοση εξαρτάται από το είδος του οχήματος.
skinner nUS, historical (American Revolution: fighter for both sides)στρατιώτης που μαχόταν και με τις δύο πλευρές κατά τον Αμερικάνικο Εμφύλιο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση skinner στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «skinner».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!