sowing

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsəʊɪŋ/

From the verb sow: (⇒ conjugate)
sowing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: sowing, sow

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sowing n(scattering, planting: seed)σπορά ουσ θηλ
 Sowing must take place before the weather turns hot; otherwise, the seeds will not sprout.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sow n(adult female pig) (καθομιλουμένη)γουρούνα ουσ θηλ
  θηλυκό γουρούνι επίθ + ουσ ουδ
 (επίσημο)θηλυκός χοίρος επίθ + ουσ θηλ
 The sow has just had a litter of piglets.
 Η γουρούνα μόλις γέννησε ένα τσούρμο γουρουνάκια.
sow [sth] vtr(spread: seeds)σπέρνω, σπείρω ρ μ
 Pippa sowed some carrot seeds in her garden.
 Η Πίπα έσπειρε μερικούς σπόρους καρότου στον κήπο της.
sow [sth] vtr(field: fill with seeds)σπέρνω ρ μ
 The farmer sowed the field with wheat.
sow [sth] vtrfigurative (implant, introduce) (μεταφορικά)σπέρνω, σπείρω ρ μ
 (μεταφορικά: μια ιδέα)φυτεύω ρ μ
 Oliver sowed doubt in Rachel's mind.
 The troublemakers sowed discontent among the villagers.
 Ο Όλιβερ έσπειρε αμφιβολίες στο μυαλό της Ρέιτσελ. // Οι ταραξίες έσπειραν τη δυσαρέσκεια ανάμεσα στους χωρικούς.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
sow | sowing
ΑγγλικάΕλληνικά
reap what you sow v exprfigurative (face consequences of your actions) (μεταφορικά)όπως στρώνω έτσι κοιμάμαι έκφρ
sow bug nUS, regional (woodlouse) (παράσιτο)ονίσκος ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη)γουρουνάκι ουσ ουδ
  κουβαρίτσα ουσ θηλ
 (κρητική διάλεκτος)καβρομαμούνα ουσ θηλ
sow the seed,
sow the germ
v expr
(initiate or prompt [sth](μεταφορικά)φυτεύω τον σπόρο έκφρ
 She sowed the seed of doubt in his mind.
sow the seeds of [sth] v exprfigurative (instigate [sth](μεταφορικά)ρίχνω το σπόρο του/της έκφρ
  σπείρω, σπέρνω ρ μ
 All the gossip sowed the seeds of discontent among the bridge club ladies.
you can't make a silk purse out of a sow's ear expr(poor materials make poor products)δεν μπορείς να φτιάξεις κάτι καλό από κακή πρώτη ύλη
Σχόλιο: Δεν υπάρχει κάποια αντίστοιχη παροιμία και αποδίδεται κατά περίπτωση.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sowing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sowing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sowing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!