Listen:
Inflections of 'spend ' (v ): (⇒ conjugate )spends v 3rd person singular spending v pres p spent v past spent v past p
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
spend [sth] ⇒ vtr (disburse money) ξοδεύω ρ μ (επίσημο ) δαπανώ ρ μ (άχρηστα έξοδα ) σπαταλώ ρ μ The government is going to spend this money on projects. Η κυβέρνηση θα ξοδέψει αυτά τα χρήματα για έργα. ⓘ Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δαπάνησα πολλά χρήματα για να φτιάξω το σπίτι μου. ⓘ Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μη σπαταλάς όλα τα χρήματά σου σε καλλυντικά.spend [sth] vtr (effort: use) καταβάλω ρ μ You shouldn't spend so much effort on his projects. Δεν χρειάζεται να καταβάλεις τόση προσπάθεια σε αυτά τα πρότζεκτ. spend [sth] vtr (pass time) περνάω, περνώ ρ μ αφιερώνω ρ μ (μτφ: αρνητική έννοια ) σπαταλώ ρ μ I'm going to spend the day with my family. Θα περάσω την μέρα με την οικογένεια μου.
Επιπλέον μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
spend n informal (money spent)έξοδο ουσ ουδ (σύνολο χρημάτων ) έξοδα ουσ ουδ πλ δαπάνη ουσ θηλ His last big spend was on a tux. This year's spend on office supplies was twice that of last year. Το τελευταίο μεγάλο έξοδό του ήταν ένα σμόκιν. Τα φετινά έξοδα για γραφική ύλη ήταν διπλάσια από τα περσινά. Η φετινή δαπάνη για γραφική ύλη ήταν διπλάσια από την περσινή. spend ⇒ vi (spend money) ξοδεύω ρ αμ (χρήματα ) κάνω έξοδα περίφρ You should stop spending and start saving.
Ο όρος 'spend ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: