|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | stagger⇒ vi | (walk unsteadily) | τρικλίζω, τρεκλίζω, παραπατάω, παραπατώ ρ αμ | | | (λόγιος) | παραπαίω ρ αμ | | | The young man staggered as he left the bar. | | | Ο νεαρός άνδρας παραπατούσε καθώς έφευγε από το μπαρ. | | stagger [sb]⇒ vtr | usually passive (overwhelm, astound) | εκπλήσσω, καταπλήσσω ρ μ | | | | συγκλονίζω ρ μ | | | (αργκό: εγώ ο ίδιος) | παθαίνω πλάκα έκφρ | | | Emily was staggered by her friend's kindness. | | | Η Έμιλι συγκλονίστηκε από την καλοσύνη της φίλης της. | | stagger [sth]⇒ vtr | (spread over time) | μοιράζω ρ μ | | | | κατανέμω ρ μ | | | (μτφ: χρονικά) | απλώνω ρ μ | | | The staff staggered their holidays so there would always be enough people to keep the business running smoothly. | | | Το προσωπικό μοίρασε τις διακοπές του ώστε να υπάρχουν πάντοτε αρκετά άτομα για να προχωράει κανονικά η δουλειά. | staggers, blind staggers n | (livestock: effects of poisoning) | κοινουρίαση ουσ θηλ | | Σχόλιο: Used with a singular verb. | | | The horse was suffering from staggers, caused by grazing on ryegrass. |
Ο όρος 'stagger' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|