• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: starched, starch

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
starched adj(fabric: made stiff with starch)κολλαρισμένος επίθ
 Tyra crafted the starched fabric into a gala dress.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
starch n(in food)άμυλο ουσ ουδ
 Potatoes and rice contain starch.
 Οι πατάτες και το ρύζι περιέχουν άμυλο.
starch n(for ironing) (σιδέρωμα)κόλλα ουσ θηλ
 Peter uses starch to make his shirt collars stiff.
 Ο Πήτερ χρησιμοποιεί κόλλα για να κάνει τους γιακάδες των πουκαμίσων του σκληρούς.
starch [sth] vtr(clothes, ironing)κολλαρίζω ρ μ
 Debbie starched the shirts.
 Η Ντέμπυ κολλάρισε τα πουκάμισα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
starch nfigurative (formality)τυπικότητα ουσ θηλ
 (μτφ: ελαφρώς αρνητικό)ψυχρότητα ουσ θηλ
 James could tell his girlfriend's mother didn't like him from the starch in her manner.
starch nUS, colloquial, figurative (energy) (καθομιλουμένη)ο καλύτερός μου εαυτός έκφρ
  ζωντάνια, ενέργεια, ενεργητικότητα ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
starch | starched
ΑγγλικάΕλληνικά
potato starch n(carbohydrate extract used as thickener)άμυλο πατάτας φρ ως ουσ ουδ
 (επίσημο, επιστημονικά)άμυλο γεωμήλου φρ ως ουσ ουδ
wheat starch n(carbohydrate part of cereal grain)άμυλο σίτου φρ ως ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'starched' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση starched στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «starched».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!