| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| statehood n | (fact of being a state) | κρατική υπόσταση επίθ + ουσ θηλ |
| | (για τις ΗΠΑ) | πολιτειακό καθεστώς ουσ ουδ |
| | The region recently attempted statehood, but the central government would not recognize it. |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "statehood" στο Greek φόρουμ.statehood - English Only forum
statehood? - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «statehood».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά