|
|
Listen:
- Inflections of 'stereotype' (v): (⇒ conjugate)
- stereotypes
- v 3rd person singular
- stereotyping
- v pres p
- stereotyped
- v past
- stereotyped
- v past p
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | stereotype n | (generalization, caricature) | στερεότυπο επίθ ως ουσ ουδ | | | All the characters are stereotypes: good guys, bad guys, etc. | | | Όλοι οι χαρακτήρες είναι στερεότυπα: οι καλοί, οι κακοί κ.λπ. | | stereotype [sb/sth]⇒ vtr | (generalize about) | κολλάω στα στερεότυπα περίφρ | | | | είμαι προκατειλημμένος για κπ/κτ ρ έκφρ | | | | προκαταλαμβάνομαι για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ | | | | υπεργενικεύω ρ μ | | | Be careful that you don't stereotype the nursing profession too much. | | | Πρόσεχε μην κολλάς υπερβολικά στα στερεότυπα όσον αφορά το επάγγελμα των νοσηλευτών. | | | Πρόσεχε μη είσαι υπερβολικά προκατειλημμένος για το επάγγελμα των νοσηλευτών. |
Ο όρος 'stereotype' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|