stewardship

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstjuːərdʃɪp/

  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stewardship n(role of administrator)διαχείριση, διοίκηση ουσ θηλ
  εποπτεία ουσ θηλ
 Her stewardship during the crisis saved the company from going under.
 Η διαχείρισή της κατά τη διάρκεια της κρίσης έσωσε την εταιρεία από την καταστροφή.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: [fine, poor, excellent, competent, responsible, environmental] stewardship, [land, countryside, resource] stewardship, the stewardship of [land, resources, funds], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stewardship στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stewardship».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!