|
|
Listen:
- From the verb stun: (⇒ conjugate)
- stunned is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
- v past
- v past p
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | stunned adj | (dazed, knocked out) | λιπόθυμος επίθ | | | Anna found a stunned blackbird lying beneath her window. | | stunned adj | figurative (person: shocked) | συγκλονισμένος, σοκαρισμένος, ταραγμένος μτχ πρκ | | | (μεταφορικά) | ζαλισμένος μτχ πρκ | | | | που έχει μείνει άναυδος, που έχει μείνει εμβρόντητος περίφρ | | | (μεταφορικά) | που έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό περίφρ | | | Tom couldn't believe it when he heard the news; he was stunned. | | | Ο Τομ δεν μπορούσε να πιστέψει τα νέα που άκουσε. Έμεινε άναυδος. | | stunned adj | figurative (silence, look: of shock) | που δείχνει ότι έχω μείνει άναυδος, που δείχνει ότι έχω μείνει εμβρόντητος περίφρ | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς συνήθως περιγράφεται το άτομο και όχι η αντίδρασή του. | | | Isabel's parents greeted her announcement with a stunned silence. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | stun [sb]⇒ vtr | (blow to the head: daze) | ζαλίζω ρ μ | | | The boxer stunned his opponent with a right hook. | | | Ο μπόξερ ζάλισε τον αντίπαλό του με ένα δεξί κροσέ. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | stun [sb]⇒ vtr | figurative (shock) (κάτι κακό) | συγκλονίζω, συνταράσσω, σοκάρω ρ μ | | | (μεταφορικά) | ζαλίζω ρ μ | | | | αφήνω κπ άναυδο έκφρ | | | (μεταφορικά) | αφήνω κπ με το στόμα ανοιχτό, αφήνω κπ άφωνο έκφρ | | | The news stunned Rachel. | | stun [sb/sth]⇒ vtr | (daze with electric charge) | κάνω ηλεκτροσόκ σε κπ έκφρ | | | A stun gun is used to stun cattle prior to slaughter. |
Ο όρος 'stunned' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|