subsidy

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsʌbsɪdi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈsʌbsɪdi/ ,USA pronunciation: respelling(subsi dē)

Inflections of 'subsidy' (n): npl: subsidies
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
subsidy n(government funding)επιδότηση, επιχορήγηση ουσ θηλ
 Farmers receive a subsidy for growing certain crops.
 Οι αγρότες λαμβάνουν επιδότηση για την καλλιέργεια συγκεκριμένων φυτών.
subsidy n(financial help)χορηγία ουσ θηλ
  οικονομική ενίσχυση επίθ + ουσ θηλ
 (πιο απλά)βοήθεια ουσ θηλ
 With a subsidy from my parents I could afford the nicer flat.
 Με μια οικονομική ενίσχυση από τους γονείς μου είχα τα μέσα για το καλύτερο διαμέρισμα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'subsidy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [government, child, business, farm, housing] subsidy, apply for a [government] subsidy, [direct, indirect, full] subsidies, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση subsidy στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «subsidy».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!