surgery

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɜːrdʒəri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈsɝdʒəri/ ,USA pronunciation: respelling(sûrjə rē)

Inflections of 'surgery' (n): npl: surgeries
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
surgery,
Surgery
n
uncountable, often capitalized (branch of medicine)χειρουργική ουσ θηλ
 It takes six years to study for a degree in Medicine and Surgery.
surgery nuncountable (surgical intervention)εγχείρηση, επέμβαση ουσ θηλ
  χειρουργική επέμβαση επίθ + ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)χειρουργείο ουσ ουδ
 The doctors decided the patient needed surgery to remove the tumour.
 Οι γιατροί αποφάσισαν ότι ο ασθενής χρειαζόταν εγχείρηση, ούτως ώστε να αφαιρεθεί ο όγκος.
surgery nUS, countable (medical: operation)εγχείρηση, επέμβαση ουσ θηλ
  χειρουργική επέμβαση επίθ + ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)χειρουργείο ουσ ουδ
 Rita had three surgeries to fix her broken leg.
surgery nUK (doctor's or dentist's office)ιατρείο ουσ ουδ
 Linda was feeling unwell, so she went to the surgery to see the doctor.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο Γιάννης τελείωσε την ειδικότητά του και άνοιξε το δικό του ιατρείο.
surgery nUS (room for surgery) (χώρος)χειρουργείο ουσ ουδ
 The nurse prepared the surgery for the operation.
 Η νοσοκόμα ετοίμασε το χειρουργείο για την επέμβαση.
surgery nUK (doctor seeing patients)ώρες ιατρείου φρ ως ουσ θηλ
  οι ώρες που δέχεται φρ ως ουσ θηλ
 The doctor's surgeries are on Tuesday and Thursday mornings, and Friday afternoons; you can book an appointment with him during those times.
 Οι ώρες ιατρείου του γιατρού είναι Τρίτη και Πέμπτη πρωί, και Παρασκευή απόγευμα. Μπορείτε να κλείσετε ραντεβού εκείνες τις ώρες.
 Οι ώρες που δέχεται ο γιατρός είναι Τρίτη και Πέμπτη πρωί, και Παρασκευή απόγευμα. Μπορείτε να κλείσετε ραντεβού εκείνες τις ώρες.
surgery nUK (politician meeting voters)συνάντηση με ψηφοφόρους περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The MP holds a surgery every Friday morning, so her constituents can come and see her about any problems they have.
 Η βουλευτής προγραμματίζει συνάντηση με ψηφοφόρους κάθε Παρασκευή πρωί, ούτως ώστε οι εκλογείς της να μπορούν να έρχονται και να της μιλάνε για τυχόν προβλήματα που έχουν.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bottom surgery n(gender transition: surgical procedure) (για αλλαγή φύλου)επέμβαση στα αναπαραγωγικά όργανα φρ ως ουσ θηλ
brain surgery n(operation on the brain)επέμβαση στον εγκέφαλο φρ ως ουσ θηλ
 Brain surgery usually means drilling through the skull first.
brain surgery nfigurative ([sth] difficult, complex) (μεταφορικά)σπαζοκεφαλιά ουσ θηλ
Σχόλιο: Usually used with a negative: It's not brain surgery.
 Come on! It's not like this is brain surgery! Just diagram the sentence.
cosmetic surgery n(to correct appearance)πλαστική χειρουργική έκφρ
 Has that actress had cosmetic surgery? She looks different these days.
dental surgery nUK (dentist's treatment room)οδοντιατρείο ουσ ουδ
 I had to go to the dental surgery to have my wisdom teeth removed.
 Χρειάστηκε να πάω στο οδοντιατρείο για να μου αφαιρέσω τους φρονιμίτες μου.
dental surgery n(surgery involving teeth)οδοντιατρική χειρουργική επέμβαση περίφρ
 His teeth were so bad that he had to go into hospital for dental surgery.
 Το δόντια του ήταν σε τόσο χάλια κατάσταση που έπρεπε να εισαχθεί στο νοσοκομείο για να υποβληθεί σε οδοντιατρική χειρουργική επέμβαση.
dentist's office (US),
dentist's surgery (UK)
n
(dentist's treatment room)οδοντιατρείο ουσ ουδ
doctor's office (US),
doctor's surgery (UK)
n
(where you see a doctor)ιατρείο ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)στον γιατρό περίφρ
 I went to the doctor's office to get a prostate exam.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η γραμματέας μπήκε στο ιατρείο και βρήκε τον κ. Δημητρίου να μελετά μια ακτινογραφία.
 Πήγα στον γιατρό για μια εξέταση προστάτη.
hair-replacement surgery n(hair transplant procedure)μεταμόσχευση μαλλιών φρ ως ουσ θηλ
heart surgery n(operation to treat cardiac problems)εγχείρηση καρδιάς έκφρ
 His only hope to survive was heart surgery.
keyhole surgery n(operation done by laparoscopy)λαπαροσκοπική επέμβαση φρ ως ουσ θηλ
 (τεχνική)λαπαροσκοπική χειρουργική φρ ως ουσ θηλ
 When she had appendicitis, they performed keyhole surgery in order to minimise the scarring afterwards.
laser eye surgery n(operation to correct vision) (στα μάτια)λέιζερ ουσ ουδ άκλ
 (κατά λέξη)επέμβαση ματιών με λέιζερ περίφρ
major surgery n(serious operation)μείζων χειρουργική επέμβαση φρ ως ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)μεγάλο χειρουργείο επίθ + ουσ ουδ
 My insurance covers both minor injuries and major surgery.
 He underwent major surgery and will be in the hospital for at least two weeks.
open surgery n(invasive surgical procedure)ανοιχτή επέμβαση, ανοιχτή εγχείριση, ανοικτή επέμβαση, ανοικτή εγχείριση επίθ + ουσ θηλ
  ανοιχτή χειρουργική επέμβαση, ανοικτή χειρουργική επέμβαση περίφρ
open-heart surgery n(cardiac operation)εγχείριση ανοιχτής καρδιάς, επέμβαση ανοιχτής καρδιάς φρ ως ουσ θηλ
 They split his chest open and performed open-heart surgery to replace a faulty valve.
oral surgery n(surgical dentistry)χειρουργική επέμβαση στόματος
 After my teeth were knocked out, oral surgery was required to replace them. Removal of wisdom teeth can require oral surgery.
orthopedic surgery (US),
orthopaedic surgery (UK)
n
(operation: bones, joints)ορθοπεδική χειρουργική επέμβαση φρ ως ουσ θηλ
outpatient surgery n(clinic not requiring overnight stay)εξωτερικό ιατρείο επίθ + ουσ ουδ
  εξωτερική κλινική επίθ + ουσ θηλ
 The new outpatient surgery center is expected to open next month.
plastic surgery n(cosmetic surgery)πλαστική χειρουργική, αισθητική χειρουργική ουσ θηλ
 A lot of female movie stars have had some sort of plastic surgery.
restorative surgery n(reconstruction using donor tissue)επανορθωτική χειρουργική αποκατάσταση φρ ως ουσ θηλ
top surgery n(gender transition: chest operation) (για αλλαγή φύλου)επέμβαση στο στήθος φρ ως ουσ θηλ
valve surgery n(heart operation)εγχείριση βαλβίδας της καρδιάς περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'surgery' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: needs surgery on her [knee, shoulder], needs [knee] surgery, needs surgery to remove the [tumor, mass], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση surgery στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «surgery».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!