swaggering

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswægərɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(swagər ing)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: swaggering, swagger

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swaggering adj(strutting)που κομπάζει περίφρ
 The swaggering fashion model made his way down the catwalk.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swaggering adj(cocky)αλαζονικός, υπεροπτικός επίθ
 (άτομο)αλαζόνας, υπερόπτης επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swagger n(self-important walk)μαγκιά ουσ θηλ
 (κίνηση)μάγκικο περπάτημα επίθ + ουσ ουδ
 Even though he's far away, I know that's John; I would recognize his swagger anywhere.
 Παρόλο που είναι μακριά ξέρω ότι αυτός είναι ο Τζον· θα γνώριζα παντού το μάγκικο περπάτημά του.
swagger nuncountable, informal (assured attitude) (θετική έννοια)αυτοπεποίθηση ουσ θηλ
 (αρνητική έννοια)υπεροψία ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη: αρνητική έννοια)ξιπασιά ουσ θηλ
 He may not be the most experienced member of the team, but I admire this young player's swagger.
swagger vi(walk self-importantly)περπατάω γεμάτος μαγκιά περίφρ
 (μτφ: πιο γενικά)παρελαύνω ρ αμ
 Henry swaggered around the office all afternoon after the boss complimented his work.
 Ο Χένρι περπατούσε στο γραφείο γεμάτος μαγκιά όλο το απόγευμα, αφότου το αφεντικό είχε επαινέσει την δουλειά του.
swagger vi(behave self-importantly) (καθομιλουμένη)κάνω το μάγκα περίφρ
  κομπάζω ρ αμ
 Andy swaggers whenever he's near women.
 Ο Άντι κομπάζει όποτε είναι κοντά σε γυναίκες.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swagger adj(jacket: loose)φαρδύς επίθ
  ριχτός επίθ
 The model is wearing a 1950s-style swagger jacket.
swagger adjinformal, dated, rare, UK (fashionable)μοδάτος επίθ
  μοντέρνος επίθ
 Emily has had two new dresses sent down from London, and they are awfully swagger.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'swaggering' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση swaggering στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «swaggering».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!