swiftly

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswɪftli/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swiftly adv(quickly)γρήγορα, γοργά επίρ
 (ανεπίσημο)σβέλτα επίρ
 The deer ran swiftly through the forest.
 Το ελάφι έτρεχε γρήγορα (or: γοργά) μέσα στο δάσος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'swiftly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
dart - swat - whiz
Συμφράσεις: [answered, replied, responded, reacted] swiftly, respond swiftly to (the) [questions, enquiries], acted swiftly in response to the [call, emergency], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση swiftly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «swiftly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!