• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: swindled, swindle

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swindled adj(gem: cut to look big)κομμένο με τρόπο που να εξαπατά ως προς το αληθινό μέγεθος
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
swindled adj(gem: cut to retain weight)κομμένο με τρόπο που να διατηρεί το μεγαλύτερο μέρος του αρχικού βάρους
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swindle [sb] vtr(cheat, deceive)εξαπατώ ρ μ
 (καθομιλουμένη)τη φέρνω σε κπ έκφρ
 The antiques dealer swindled the old lady; he bought several valuable pieces of furniture from her for just £100.
swindle [sb] out of [sth] v expr(take [sth] by deception)αποσπώ κτ από κπ ρ μ + πρόθ
 (κπ για να του πάρω κτ)εξαπατώ, ξεγελώ ρ μ
 The con artists swindled the wealthy man out of his entire fortune.
swindle n(act of cheating)απάτη ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)απατεωνιά ουσ θηλ
 (ανεπίσημο)κομπίνα ουσ θηλ
 The con men planned the swindle carefully.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'swindled' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση swindled στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «swindled».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!