switch off



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
switch [sth] off,
switch off [sth]
vtr + adv
(turn off power to)σβήνω, κλείνω ρ μ
 Whenever I leave the house, I always switch off the lights.
 Όποτε φεύγω από το σπίτι κλείνω τους διακόπτες.
switch off vi phrasalfigurative (stop paying attention) (μεταφορικά)σβήνω, κλείνω ρ μ
 The lecture was so dull, I switched off after 10 minutes.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
on-off switch n(electrical or electronic device: control knob)διακόπτης ουσ αρσ
 The on-off switch on my DVD player has broken. Where is the on-off switch on the stereo?
 Ο διακόπτης του DVD μου έχει σπάσει. Που είναι ο διακόπτης του στερεοφωνικού;
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'switch off' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση switch off στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «switch off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!