syncopated

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɪŋkəpeɪtɪd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(singkə pā′tid, sin-)

From the verb syncopate: (⇒ conjugate)
syncopated is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: syncopated, syncopate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
syncopated adj(cut short) (λέξη)που έχει υποστεί συγκοπή περίφρ
  συγκομμένος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
syncopate [sth] vtr(music: stress the off-beat) (μουσική)παίζω με συγκοπές περίφρ
syncopate [sth] vtr(sound, letter: omit) (γραμματική)συγκόπτω περίφρ
  εφαρμόζω συγκοπή περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση syncopated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «syncopated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!