• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
syndicate n(union, group) (εταιρείες)κοινοπραξία ουσ θηλ
 (άτομα)συνδικάτο ουσ ουδ
 The syndicate of financial institutions is managed by one parent company.
syndicate [sth] vtr(combine, unite)συνδυάζω ρ μ
 Because of the budget cuts, the bank had to syndicate its main office with the local office.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
syndicate [sth] vtr(sell to many venues) (για κείμενο)δημοσιεύω ρ μ
  δημοσιεύω παράλληλα ρ μ + επίρ
 (για οποιοδήποτε περιεχόμενο)πουλάω, πουλώ ρ μ
  πουλάω παράλληλα, πουλώ παράλληλα ρ μ + επίρ
 Joe's advice column was syndicated in twelve major newspapers.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
crime syndicate n(organized ring of illegal activity)συνδικάτο του εγκλήματος έκφρ
local examinations syndicate n(organization that sets and assesses exams)τοπική εξεταστική επιτροπή έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση syndicated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «syndicated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!