• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: tesselated, tessellate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tesselated (US),
tessellated (UK)
adj
(like a mosaic)που θυμίζει μωσαϊκό περίφρ
  που μοιάζει με μωσαϊκό περίφρ
tesselated (US),
tessellated (UK)
adj
(relating to a mosaic)του μωσαϊκού περίφρ
 (σε γενική)μωσαϊκού ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tessellate [sth],
tesselate [sth]
vtr
(put together like a mosaic)ψηφοθετώ ρ μ
 (πιο απλά)ταιριάζω ρ μ
 The artist makes mosaics by tessellating unusually shaped tiles.
tessellate,
tesselate
vi
(fit together like a mosaic)ταιριάζω ρ αμ
 (κατά λέξη)δημιουργώ ψηφιδωτό ρ μ + ουσ ουδ
 The bricks tessellate perfectly.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tesselated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tesselated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!