tightly

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtaɪtli/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tightly adv(in tight manner)σφιχτά επίρ
 Harriet tied the parcel tightly.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tightly adv(snugly)εφαρμοστός επίρ
  ακριβώς επίρ
 The jacket fitted tightly across Robert's shoulders.
 Το σακάκι ήταν εφαρμοστό στους ώμους του Ρόμπερτ.
 Το σακάκι έκατσε ακριβώς στους ώμους του Ρόμπερτ.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hold on tightly v expr(grip securely)κρατιέμαι γερά ρ αμ
 She held on tightly to the railings as she crossed the footbridge.
hug tightly v expr(squeeze, embrace forcefully)αγκαλιάζω σφικτά ρ μ
 He hugged me so tightly, I couldn't breathe.
 Με αγκάλιασε τόσο σφικτά που δε μπορούσα να αναπνεύσω.
tightly-fitted adj(snug)στενός επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tightly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [held, hung, clung] on tightly (to), held on tightly to [the rock, the bar, my shoulders], was gripping tightly on [the rope, my leg], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tightly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tightly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!