toilet

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtɔɪlət/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈtɔɪlɪt/ ,USA pronunciation: respelling(toilit)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Ο όρος 'toilet' παραπέμπει στον όρο ''toilet''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'toilet' is cross-referenced with ''toilet''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: toilet, bathroom

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
toilet n(bathroom fixture) (είδος υγιεινής)λεκάνη ουσ θηλ
  λεκάνη τουαλέτας φρ ως ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)τουαλέτα ουσ θηλ
 Cleaning the toilet is the chore I hate most.
 Το καθάρισμα της λεκάνης είναι η δουλειά που μισώ περισσότερο.
toilets nplUK (restroom: in restaurant, etc.)τουαλέτα ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)WC ουσ ουδ άκλ
 (παλαιό)αποχωρητήριο ουσ ουδ
 Can you direct me to the toilets?
 Μπορείς να με κατευθύνεις προς την τουαλέτα;
toilet ndated (dressing, arranging hair, etc.)τουαλέτα ουσ θηλ
 I start each day with my morning toilet.
 Ξεκινάω την κάθε μέρα με την πρωινή μου τουαλέτα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bathroom n(room: with bath, shower)μπάνιο ουσ ουδ
  τουαλέτα ουσ θηλ
 (παλαιό, επίσημο)λουτρό ουσ ουδ
 Tina goes into the bathroom as soon as she wakes up.
 Η Τίνα πηγαίνει στο μπάνιο μόλις ξυπνήσει.
 Η Τίνα πηγαίνει στο λουτρό μόλις ξυπνήσει.
bathroom nUS (toilet)τουαλέτα ουσ θηλ
  μπάνιο ουσ ουδ
 I have drunk so much water, I really need to go to the bathroom.
 Έχω πιει τόσο νερό που πρέπει πραγματικά να πάω τουαλέτα.
bathroom n as adj(in or of a room with bath, etc.)του μπάνιου περίφρ
  της τουαλέτας περίφρ
 I scrubbed the bathroom sink until it sparkled.
 Έτριψα τον νιπτήρα του μπάνιου μέχρι που γυάλισε.
bathroom n as adjUS (in or of a toilet, restroom)του μπάνιου περίφρ
  της τουαλέτας περίφρ
 Don't forget to lock the bathroom door.
 Μην ξεχάσεις να κλειδώσεις την πόρτα του μπάνιου.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
toilet | bathroom
ΑγγλικάΕλληνικά
flush the toilet v expr(lavatory: use flush) (της τουαλέτας)τραβάω το καζανάκι περίφρ
 Please flush the toilet after you've used it.
 Σε παρακαλώ τράβα το καζανάκι μόλις χρησιμοποιήσεις την τουαλέτα.
outdoor toilet n(lavatory situated outside)εξωτερική τουαλέτα επίθ + ουσ θηλ
 (επίσημο)εξωτερικό αποχωρητήριο επίθ + ουσ ουδ
rim,
toilet rim
n
(toilet bowl: inside top part) (τουαλέτας)χείλος ουσ ουδ
 You can buy specially shaped bottles of cleaning fluid to squirt under the rim of your toilet.
toilet bag n(wash bag for toiletries)νεσεσέρ ουσ ουδ άκλ
toilet block n(solid detergent used in lavatory bowl)μπλοκ τουαλέτας φρ ως ουσ ουδ
toilet bowl,
bowl
n
(basin of lavatory) (τουαλέτας)λεκάνη ουσ θηλ
toilet brush n(long-handled brush for cleaning toilets)βουρτσάκι τουαλέτας ουσ ουδ
Σχόλιο: υποκοριστικό της βούρτσας
 She picked up the toilet brush to scrub the commode.
toilet cleaner n(liquid bleach used in lavatory bowl)καθαριστικό τουαλέτας φρ ως ουσ ουδ
toilet flush n(lavatory disposal mechanism)καζανάκι ουσ ουδ
toilet kit n(wash bag containing toiletries)νεσεσέρ ουσ ουδ άκλ
toilet paper,
toilet tissue
n
(tissue used in toilet)χαρτί υγείας ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη, αργκό)κωλόχαρτο ουσ ουδ
 Please add toilet paper to the shopping list - we're almost out.
 Σε παρακαλώ πρόσθεσε χαρτί υγείας στην λίστα με τα ψώνια, κοντεύουμε να ξεμείνουμε.
toilet plunger n(device for unblocking a toilet) (τουαλέτα)βεντούζα ουσ θηλ
 (κατά λέξη)βεντούζα απόφραξης φρ ως ουσ θηλ
toilet seat n(part of toilet that one sits on)κάθισμα λεκάνης ουσ ουδ
 The plumber replaced the toilet seat because it was broken.
toilet training n(child: process of learning to use toilet)η διαδικασία εκμάθησης χρήσης της τουαλέτας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποδοθεί ως «κόψιμο της πάνας».
 Diana's toilet training is coming along nicely.
toilet water n(eau de cologne)κολώνια ουσ θηλ
toilet-train [sb],
toilet train [sb]
vtr
(teach to use toilet)μαθαίνω σε κπ να πηγαίνει στην τουαλέτα έκφρ
  μαθαίνω σε κπ να χρησιμοποιεί την τουαλέτα έκφρ
 (καθομιλουμένη)κόβω την πάνα σε κπ έκφρ
  βγάζω την πάνα σε κπ έκφρ
toilet-trained adj(child, pet: can use toilet) (μόνο παιδί)που δεν φοράει πια πάνες, που έχει βγάλει τις πάνες περίφρ
  που ξέρει να χρησιμοποιεί την τουαλέτα περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'toilet' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: in the [men's, women's] toilet, the toilet [brush, bowl], a [clean, dirty, fresh, smelly, pristine] toilet, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση toilet στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «toilet».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!