torch

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtɔːrtʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/tɔrtʃ/ ,USA pronunciation: respelling(tôrch)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
torch,
electric torch
n
UK (flashlight: handheld lamp)φακός ουσ αρσ
 It would be dark by the time he got home, so Gavin took a torch with him.
 Θα είχε σκοτεινιάσει μέχρι να γυρίσει σπίτι και έτσι ο Γκάβιν πήρε μαζί του έναν φακό.
torch nhistorical (fire used for light)δαυλός, πυρσός ουσ αρσ
  δάδα ουσ θηλ
 The villagers surrounded the castle, carrying torches and pitchforks.
 Οι χωρικοί περικύκλωσαν το κάστρο κουβαλώντας πυρσούς και πιρούνες.
torch n(blowtorch)φλόγιστρο ουσ ουδ
 The jewellery maker picked up her torch to solder the join.
 Η κοσμηματοποιός πήρε το φλόγιστρό της για να συγκολλήσει τον σύνδεσμο.
torch [sth] vtrslang (set fire to [sth])βάζω φωτιά σε κτ περίφρ
  πυρπολώ ρ μ
 The joyriders torched the car when they were finished with it.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κατά τη διάρκεια της πορείας στο κέντρο της πόλης πυρπολήθηκαν πολλά καταστήματα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
torch nfigurative (source of guidance) (μεταφορικά)φάρος ουσ αρσ
  καθοδηγητής, καθοδηγήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 This inspiring woman is a torch, lighting the way for future generations.
 Αυτή η γυναίκα λειτουργεί ως πηγή έμπνευσης, ως φάρος που δείχνει τον δρόμο στις επόμενες γενεές.
torch [sth] vtr(use blowtorch on)καίω κτ με το φλόγιστρο έκφρ
 The cook torched the top of the crème brûlée.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
carry a torch for [sb] v expr(love unrequitedly)είμαι ερωτευμένος με κπ χωρίς ανταπόκριση έκφρ
  έχω αισθήματα χωρίς ανταπόκριση για κπ έκφρ
  αγαπώ κπ και ας μη με αγαπά έκφρ
 (καθομιλουμένη)είμαι κολλημένος με κπ έκφρ
 Jim is still carrying a torch for his first wife, even though she divorced him ten years ago.
pass on the torch v exprfigurative (transfer responsibility)παραδίδω τη σκυτάλη έκφρ
 I've been secretary of this club for too long: it's time to pass on the torch to someone else.
 Έχω υπάρξει γραμματέας του συλλόγου για πάρα πολύ καιρό: είναι καιρός να παραδώσω τη σκυτάλη σε κάποιον άλλο.
pick up the torch v exprfigurative (take over) (μεταφορικά)παίρνω τη σκυτάλη, παίρνω τα ηνία έκφρ
 Mozart picked up the torch passed to him from Haydn, and elevated classical music to new heights.
welding torch n(tool used to fuse metals)φλόγιστρο ουσ ουδ
 The mechanic used a welding torch to fuse the metal strips together.
 Ο μηχανικός χρησιμοποίησε έναν φλόγιστρο για να ενώσει τις μεταλλικές ράβδους.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'torch' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: carry the Olympic torch, lit a torch on the wall, lit a torch to [read, find her way], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση torch στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «torch».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!